Μελιταία - Arcgaeological Atlas of Thessaly

Search
Go to content

Main menu

Μελιταία

Ν. ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ > 6.500 π.Χ. - 330 μ.Χ. > Μελιταία

Το τείχος. (4ος αι. π.Χ.)

Το τείχος. (4ος αι. π.Χ.)

Το Ασκληπιείο

Ο ναός της Αρτέμιδος - Εννοδίας στο οικόπεδο Καλαμάρα. (Σταυρογιάννης 2010, 587, εικ. 3)

Ακέφαλο αγαλματίδιο από το ιερό. (Σταυρογιάννης 2010, 588, εικ. 4)

Μαρμάρινη γυναικεία κεφαλή με περίτεχνη κόμμωση. (Σταυρογιάννης 2010, 588, εικ. 5)

O ναός της Αγ. Τριάδας, όπου διακρίνεται το κρηπίδωμα αρχαίου ναού.

Μοναστήρι Αγ. Τριάδας Μελιταίας. Για την κατασκευή του ιερού Ναού. (Καθολικό - 17ος αι.) αλλά και για άλλες κατασκευές εντός του Μοναστηριού, έχουν χρησιμοποιηθεί αρχαία οικοδομικά υλικά σε δεύτερη χρήση.

Μοναστήρι Αγ. Τριάδας Μελιταίας. Για την κατασκευή του ιερού Ναού. (Καθολικό - 17ος αι.) αλλά και για άλλες κατασκευές εντός του Μοναστηριού, έχουν χρησιμοποιηθεί αρχαία οικοδομικά υλικά σε δεύτερη χρήση.

 













Το άγαλμα της Κόρης - Περσεφόνης από τη θέση της «Ξηροκαμάρας». (Σταυρογιάννης 2010, 595, εικ. 11)

Κεφάλι αλόγου, ελλιπές, ολόγλυφο. Οι μύες του κεφαλιού και η χαίτη αποδίδονται με χαμηλό ανάγλυφο. Έξι μικρές οπές δηλώνουν τη θέση προσαρμογής των μεταλλικών χαλινών. Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου. (Αδρύμη-Σισμάνη 2004, 208)

Η θέση της αρχαίας «Μελιταίας» 1 ή «Μελίτειας» 2 ή «Μελιτέας» 3, μιας από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αχαΐας Φθιώτιδας, είναι ταυτισμένη με την αρχαία πόλη που είναι κτισμένη στους βόρειους πρόποδες της οροσειράς Όθρυς, στα ανατολικά του σύγχρονου ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος της επαρχίας Δομοκού (πρώην Αβαρίτσα 4), όπου και σώζονται τμήματα του αρχαίου τείχους που περιέβαλε την πόλη, μήκους 3,5 χιλιομέτρων.
Η θέση της Μελιταίας στην αρχαιότητα ήταν ιδιαίτερα σημαντική και στρατηγική, αφού βρισκόταν πάνω στη μια από τις δύο κύριες οδικές αρτηρίες
5 του αρχαίου ελληνικού κόσμου, που οδηγούσαν από τη Θεσσαλία στη Στερεά και αντίστροφα 6. Στην περιοχή μάλιστα της Μελιταίας η εσωτερική οδική αρτηρία διακλαδιζόταν σε δύο δρόμους, που οδηγούσαν ο μεν ένας στο εσωτερικό της θεσσαλικής πεδιάδας μέσα από το πέρασμα των Θαυμακών, ο δε άλλος στο Κροκωτό πεδίο και στις ακτές του Παγασητικού μέσα από τα περάσματα του Ναρθακίου και των αχαϊκών βουνών της Φθίας 7.
Ο Stählin
8, αναφερόμενος στη Μελιταία την περιγράφει ως μια ισχυρή πόλη της Αχαΐας Φθιώτιδας 9, καλά οχυρωμένη, πλησίον του μυθικού ποταμού Ενιπέα, που έκοβε τα δικά της νομίσματα, έστελνε σχεδόν σε μόνιμη βάση τον ένα από τους δύο ιερομνήμονες που εκπροσωπούσαν την Αχαΐα Φθιώτιδα στη Δελφική Αμφικτιονία από τον 4ο έως και τον 2ο αι. π.Χ., και η οποία μάλιστα μπορούσε να διατηρεί συμμαχικούς δεσμούς και με πόλεις έξω από τα στενά όριά της περιοχής της, όπως με την πόλη των Φερών, με την οποία φαίνεται να είχε αναπτύξει στενές σχέσεις, τουλάχιστον κατά τον 5ο αι. π.Χ. 10
Σχετικά με το όνομα της πόλης, ο γεωγράφος Στράβων
11 αναφέρει, ότι αρχικά ονομαζόταν Πύρρα 12 και ότι οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν εκεί, προερχόμενοι από την πόλη «Ελλάδα», που βρισκόταν 10 στάδια (1.850μ. περίπου) πέρα από τον ποταμό Ενιπέα. Στην αγορά 13 της πόλης υπήρχε ο τάφος του Έλληνα, του ήρωα και γενάρχη όλων των Ελλήνων, γιου του Δευκαλίωνα και της Πύρρας.
Η υιοθέτηση του ονόματος Πύρρα ως πρώτη ονομασία της πόλης
14 καθώς και η οικειοποίηση του τάφου του Έλληνα, συνδέουν ευθέως τη Μελιταία με το μύθο του κατακλυσμού και της απαρχής των Ελλήνων. Σύμφωνα με αυτό τον μύθο (αντίστοιχα με τον κατακλυσμό του Νώε των Εβραίων), ο Δίας έπνιξε όλους τους διεφθαρμένους ανθρώπους εκτός από τους δίκαιους και ευσεβείς, Δευκαλίωνα και Πύρρα, οι οποίοι επιβιβάστηκαν εγκαίρως σε πλοίο, που προσάραξε στην κορυφή της Όθρυος, μετά το τέλος του κατακλυσμού. Από αυτούς γεννήθηκαν πολλά παιδιά, με πρώτο τον Έλληνα, ο οποίος, όταν ενηλικιώθηκε εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Φθία και ίδρυσε την πόλη «Ελλάδα». Από το γάμο του με μια Οθρυίδα νύμφη απέκτησε τρεις γιους: το Δώρο, τον Αίολο, και τον Ξούθο. Από το Δώρο κατάγονταν οι Δωριείς, από τον Αίολο οι Αιολείς, ενώ από τον Ξούθο, ο οποίος είχε γιους τον Αχαιό και τον Ίωνα, κατάγονταν οι Αχαιοί και οι Ίωνες. Έτσι ο πατέρας του Έλληνα, ο Δευκαλίωνας, ήταν ο γενάρχης όλων των ανθρώπων και ο Έλληνας ήταν ο γενάρχης όλων των Ελλήνων.
Σκοπός της Μελιταίας με την οικειοποίηση του μύθου του Δευκαλίωνα και του Έλληνα ήταν να συσχετίσει το όνομά της με τη μυθολογική παράδοση της γειτονικής Φθίας μιας περιοχής που αναγνωριζόταν, σχεδόν καθολικά, ως η κοιτίδα των Ελλήνων.
Ωστόσο, κάποια στιγμή το όνομα της άλλαξε και η πόλη, που παλαιότερα ονομαζόταν «Πύρρα», μετονομάσθηκε σε «Μελιταία», από τον γιο του Δία, τον Μελιτέα, σύμφωνα με το μύθο 15 16 που διασώζει ο Avτωνίνoς Λιβεράλις 17 (2ο με 3ο μ.Χ. αιώνα).
Αν και οι γραπτές πηγές που αναφέρουν το όνομα της Μελιταίας είναι πολλές, ωστόσο δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για την πολιτική και στρατιωτική ιστορία της ίδιας της πόλης, αφού οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται σ’ αυτήν, στον απόηχο άλλων σημαντικών γεγονότων που συνέβαιναν στην ευρύτερη περιοχή. Πολλές γνώσεις μας για τη Μελιταία (Μελίτεια) και τους κατοίκους της, βασίζονται στις πληροφορίες από τις δεκάδες επιγραφικές μαρτυρίες που έχουν διασωθεί και από τα, έως τώρα, αρχαιολογικά ευρήματα.
Στους αρχαίους συγγραφείς για πρώτη φορά το όνομα της πόλης αναφέρεται από τον Θουκυδίδη 18 στην εξιστόρηση του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.). Το καλοκαίρι του 424 π.Χ., στη Μελιταία στρατοπέδευσε ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας κατευθυνόμενος προς τη Μακεδονία. Η Σπάρτη, για λόγους κυρίως αντιπερισπασμού, είχε στείλει τον σπουδαίο στρατηγό της Βρασίδα με ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα (1.700 οπλίτες) στους κατοίκους της Χαλκιδικής και των ακτών της Μακεδονίας («Θράκη»), που χρειάζονταν την βοήθεια της, στις εχθροπραξίες τους με την Αθήνα. Ύστερα από μια αξιοθαύμαστη πορεία μέσω του Ισθμού και της Βοιωτίας, έφθασε στη Μελιταία, όπου ο στρατηγός της Σπάρτης συνάντησε απεσταλμένους από την Θεσσαλία από τους οποίους ζήτησε να του επιτρέψουν να διασχίσει με τα στρατεύματά του τη θεσσαλική γη. Πράγματι, ύστερα από τη συνάντηση αυτή, ο Βρασίδας διέσχισε τη πεδιάδα της Θεσσαλίας, χωρίς να έχει ρητή άδεια (αφού οι άρχοντές της ήθελαν να αποφύγουν τις αντιδράσεις των δημοκρατικών της χώρας), αλλά και χωρίς να συναντήσει αντίσταση μέχρι την Περραιβία κι από εκεί μέχρι το Δίον της Πιερίας όπου συναντήθηκε με τον βασιλιά της Μακεδονίας, και σύμμαχο της Σπάρτης, Περδίκκα.
Ο Ξενοφών (περ. 427 π.Χ. - 355 π.Χ.)
στα «Ελληνικά» 19 του, αναφέρει ότι το 394 π.Χ. ο Αγησίλαος της Σπάρτης, επιστρέφοντας από την εκστρατεία στην Μικρά Ασία, νίκησε το φημισμένο θεσσαλικό ιππικό στην περιοχή μεταξύ Μελιταίας και Ανάβρας και έστησε τρόπαιο ως ανάμνηση της νίκης του.
Ο ιστορικός Διόδωρος
20 (περίπου 80 - 20 π.Χ.) αναφέρει τη Μελιταία στα πλαίσια του Λαμιακού πολέμου το 323 π.Χ. Σ΄ αυτόν τον πόλεμο οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι τους Αιτωλοί, Αχαιοί, Αρκάδες και Κορίνθιοι προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να απαλλαγούν από τον έλεγχο των Μακεδόνων, μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου. Οι συμμαχικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών χρησιμοποίησαν την καλά οχυρωμένη και ασφαλή πόλη της Μελιταίας για τη μεταφορά και φύλαξη του εξοπλισμού τους.
Ο ιστορικός Πολύβιος
21 αναφέρει ότι ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας απέτυχε να καταλάβει το 217 π.Χ. την πόλη, γιατί αυτή διέθετε ψηλά τείχη και αυτός δεν είχε τόσο υψηλές κλίμακες.
Από τον 4ο μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ. συμμετείχε ενεργά στη Δελφική Αμφικτιονία
αποστέλλοντας τον έναν από τους δύο ιερομνήμονες 22 που εκπροσωπούσαν την Αχαΐα Φθιώτιδα 23. Μάλιστα το 271 π.Χ. 24 εκχωρήθηκε από τους Δελφούς στον Αντισθένη Σαβύττα από τη Μελιταία, το αξίωμα του ισόβιου προξένου 25.
Από τα μέσα του 3ου αι. π.Χ. εισέρχεται
στους κόλπους της Αιτωλικής Συμπολιτείας 26. Ο Άρχιππος από τη Μελιταία 27 στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. κατορθώνει να ανέβει σε ένα από τα ύπατα αξιώματα των Αιτωλών, αυτό του γραμματέα του Κοινού.
Ο Πολύβιος αναφέρει ως στρατηγό του
Πτολεμαίου του Φιλοπάτορα της Αιγύπτου, τον Φοξίδα 28 που καταγόταν από τη Μελιταία και ο οποίος πολέμησε στο πλευρό του βασιλιά έχοντας 8.000 οπλίτες υπό την εποπτεία του στη μάχη της Ραφίας στη Συρία κατά του Αντίοχου του Γ΄, το 217 π.Χ.
Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., η Μελιταία φαίνεται ότι εντάσσεται στη θεσσαλική Συμπολιτεία μαζί με την Ηράκλεια Τραχινία,
πρωτεύουσα των Οιταίων, σύμφωνα με ένα ψήφισμα 29 και μια δεύτερη επιγραφή 0.
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, η πόλη σε τιμητική επιγραφή
31 για τον αυτοκράτορα Καρακάλλα (αρχές 3ου αι. μ.Χ.), και τη μητέρα του Ιουλία Δόμνα, φέρει την προσωνυμία Σεβαστή, τίτλος που υποδηλώνει ότι την περίοδο αυτή η Μελιταία διέθετε δύναμη και κύρος 32.
Η ισχυρά οχυρωμένη Μελιταία, με τείχος πάχους 3,80μ. περίπου, είχε ως χώρα
μια αρκετά μεγάλη έκταση, η οποία κάλυπτε περίπου 462 τετραγωνικά χιλιόμετρα 33, τα όρια της οποίας είναι γνωστά με αρκετή ακρίβεια χάρη στις επιγραφικές μαρτυρίες 34.
Από επιγραφή
35 που βρέθηκε στους Δελφούς και χρονολογείται γύρω στο 250 π.Χ. πληροφορούμαστε για μια συνοριακή διαφορά μεταξύ της Μελιταίας και των Χαλών με το Πεύμα. Στην επιγραφή αυτή απαριθμούνται μια σειρά από τοπωνύμια που ορίζονταν ως συνοριακή γραμμή μεταξύ των παραπάνω πόλεων, και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφόρησης για την τοπογραφία της περιοχής κατά την αρχαιότητα. Από άλλη επιγραφή 36 πληροφορούμαστε για τα σύνορα μεταξύ Ξυνιών και Μελιταίας, τα οποία όρισαν λίγο πριν το 210 π.Χ., Αιτωλοί διαιτητές.
Από άλλη επιγραφή πληροφορούμαστε
για τα σύνορα μεταξύ Πήρειας και Μελιταίας 37, τα οποία ορίστηκαν πάλι από Αιτωλούς δικαστές, εβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά τη διευθέτηση των συνόρων με την πόλη των Ξυνιών. Η ενεπίγραφη πλάκα με τη δικαστική απόφαση, βρέθηκε στην Αβαρίτσα (σημερινό χωριό Μελιταία) το 1905, από τον Γερμανό αρχαιολόγο Hiller, και αποτελεί μέχρι και σήμερα τη βάση της Αγίας Τράπεζας του Μοναστηριού της Αγίας Τριάδος Μελιταίας. Η επίλυση των συνοριακών διαφορών Μελιταίας και Πήρειας ανατέθηκε σε δικαστές από την αιτωλική πόλη Καλυδώνα γεγονός που υποδηλώνει τη στενή σχέση της Μελιταίας με το Κοινό των Αιτωλών, κατά τον 2ο αι. π.Χ. Όπως επισημαίνει και ο Γιαννόπουλος 38, οι πληροφορίες που μας παρέχει η συγκεκριμένη επιγραφή είναι πολλές. Καταρχάς, γίνεται γνωστή η ύπαρξη της πόλης Πήρειας. Ακόμη πληροφορούμαστε για τον τρόπο διεξαγωγής των ποινικών δικών. Από την απόφαση των δικαστών μαθαίνουμε για το πως κανονίζονται οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων και για την καταβολή των φόρων προς τη Μελιταία. Μας δίδεται τέλος η πληροφορία ότι στη Μελιταία υπήρχε ναός του Διός Σωτήρος και ότι κάθε χρόνο προς τιμήν του θεού διεξάγονταν γυμνικοί αγώνες.
Την ίδια περίπου περίοδο (μέσα του 2ου
αι. π.Χ.) φαίνεται ότι διευθετήθηκαν και οι διαφορές της Μελιταίας με την Ηράκλεια Τραχινία, πρωτεύουσα των Οιταίων, όπως μαρτυρεί ένα ψήφισμα 39. Ο Helly 40 αναφέρει ότι «το ψήφισμα χρονολογείται πιθανώς στο 2ο αι. π.Χ. αλλά η εξαφάνιση του λίθου δεν αφήνει περιθώρια για ακριβέστερο προσδιορισμό. Το ψήφισμα αυτό φαίνεται να δηλώνει ότι οι διαφορές ανάμεσα στην Ηράκλεια και τη Μελιταία θα επιλύονταν από τη θεσσαλική Συμπολιτεία, η οποία κάλεσε διαιτητές από τη Δημητριάδα, πόλη μη θεσσαλική αλλά αρκετά κοντινή, ώστε να διατηρεί σχέσεις με καθένα από τα αντίπαλα μέρη και να γνωρίζει την κατάσταση τους. Οι τρεις στρατηγοί της πόλης επιφορτίστηκαν με τη σύνθεση του δικαστηρίου και το γεγονός ότι ζήτησαν τη συμμετοχή των πλέον εξεχόντων πολιτών της Δημητριάδας, δηλώνει τη σημασία που έδιναν στην υπόθεση αυτή» 41.
Τέλος, χρόνιες συνοριακές διαφορές
είχε η Μελιταία και με το Ναρθάκιο, για τις οποίες προσέφυγε αρκετές φορές σε διαιτησία. Από μια επιγραφή 42 που βρέθηκε στη Φίλια Καρδίτσας 43 και χρονολογείται στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., πληροφορούμαστε ότι ύστερα από προσφυγή της Μελιταίας στο κοινό των Θεσσαλών, έξι δικαστές, δύο από τη Σάμο, δυο από την Κολοφώνα και δύο από τη Μαγνησία του Μαιάνδρου στη Μικρά Ασία, δικαίωσαν το Ναρθάκιο. Ίδια απόφαση πάρθηκε και πάλι, λίγο αργότερα, από τη ρωμαϊκή Σύγκλητο, γύρω στο 137 π.Χ., όπως μας πληροφορεί ένα senatus consultum 44 (Ψήφισμα της Γερουσίας) από το Ναρθάκιο, που εκδόθηκε ύστερα από προσφυγή των διαφερομένων πόλεων στη διαιτησία της Ρώμης 45.
Από μια επιγραφή
46 του 1ου αι. π.Χ. που βρέθηκε στην Μελιταία γνωρίζουμε τα ονόματα δέκα μηνών του ημερολογίου 47που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της περιοχής στην καθημερινή τους ζωή τουλάχιστον κατά την ρωμαϊκή περίοδο. Η επιγραφή αυτή, που σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αλμυρού, αναφέρεται σε πράξεις απελευθέρωσης δούλων που έγιναν κατά τη διάρκεια της θητείας του αυτοκράτορα Τιβερίου Κλαυδίου Καίσαρα. Τα ονόματα των μηνών ήταν: Αγριώνιος, Θυίος, Γενέτιος, Τράγιος, Βουτράγιος, Άφριος, Ιτώνιος, Λεσχανόριος, Ομολόιος, Πύθοιος.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η πόλη ήταν
ισχυρά οχυρωμένη με ιδιαίτερα υψηλό τείχος 48, πλάτους 3.80μ. περίπου. Χωριζόταν με εσωτερικό τείχος σε άνω και κάτω πόλη και στο ανώτερο σημείο δέσποζε η ακρόπολη, περίπου 180μ. από την πεδιάδα. Το τείχος, όπου σώζεται, είναι χτισμένο με ορθογώνιους λίθους διαφόρων μεγεθών και είχε περίμετρο, περίπου 4 χλμ. Στο ανατολικό τείχος υπάρχει μια εντοιχισμένη επιγραφή που χρονολογείται στον 3ο αι. π.Χ. 49
Πάνω στην ακρόπολη (στα ΝΑ του σημερινού χωριού), αποκαλύφθηκε το 1971
στωικό κτίριο που χρονολογείται στο τελευταίο τετάρτο του 4ου αι. π.Χ. και εικάζεται ότι είναι Ασκληπιείο. Αποτελείται από εννέα επιμέρους διαμερίσματα, καθώς και δυο σχεδόν τετράγωνα δωμάτια. Η ταύτιση του οικοδομήματος με Ασκληπιείο, προήλθε από τον χαρακτήρα των κινητών ευρημάτων της ανασκαφής και κυρίως από ένα ενεπίγραφο βάθρο με αφιέρωση στον Ασκληπιό. Ο ναός κατασκευάσθηκε πιθανόν στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. και λειτούργησε μέχρι και τη ρωμαϊκή περίοδο 50.
Ένα, ακόμη, ιδιαίτερα σημαντικό αρχιτεκτονικό εύρημα της κλασικής περιόδου
αποκαλύφθηκε το 1992 στο οικόπεδο ιδιοκτησίας Αθ. Καλαμάρα, εντός του σύγχρονου χωριού της Μελιταίας: ένας μικρός ναός με κάτοψη απλού οίκου 51, δηλαδή μόνο με πρόναο και κυρίως ναό, χωρίς πτερό, ο οποίος ως προς την κάτοψη θυμίζει τους «θησαυρούς» των Δελφών 52. Διασώζονται δύο οικοδομικές φάσεις του ναού, εκ των οποίων η παλαιότερη, όπως συμπεραίνεται από τη στρωματογραφία, τοποθετείται στο β’ μισό του 5ου αι. π.Χ. και μέχρι τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Ο νεότερος ναός, με την ίδια περίπου κατεύθυνση, ανεγείρεται στο τέλος του 4ου ή στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. και καταστρέφεται από φωτιά μετά τα μέσα του 1ου αι. π.Χ. Έξω από τον μακρύ ανατολικό τοίχο υπήρχε τετράγωνος υπαίθριος βωμός με ίχνη καύσης και πολλά οστά ζώων, κατάλοιπα ίσως από έμπυρες θυσίες. Στα ευρήματα της ανασκαφής συμπεριλαμβάνονται μεγάλος αριθμός υφαντικών βαρών, πηνίων και γυναικείων ειδωλίων, σιδερένια μαχαίρια, θυμιατήρια, ένα μικρό ακέφαλο άγαλμα όρθιας γυναικείας μορφής που κρατάει δάδα, μια μαρμάρινη γυναικεία κεφαλή με περίτεχνη κόμμωση καθώς και μια ενεπίγραφη βάση αγάλματος, που βρέθηκε στο σηκό και διατηρεί αναθηματική επιγραφή ΝΙΚΑΓΟΡΑ ΠΟΛΥΣΑΩΝΟΣ ΕΝΟΔΙΑΙ. Όλα τα παραπάνω βεβαιώνουν ότι ο μικρός αυτός ναός ήταν αφιερωμένος στη θεά Αρτέμιδα Ενοδία, που ήταν προστάτιδα των δρόμων αλλά και των παρθένων. H συγκεκριμένη λατρεία είναι πολύ πιθανόν να μεταφέρθηκε από τις Φερές 53, πόλη όπου γεννήθηκε και από όπου διαδόθηκε η λατρεία της Εννοδίας στην υπόλοιπη Ελλάδα, με την οποία η Μελιταία διατηρούσε στενές σχέσεις 54. Από τις αρχαίες πηγές εξάλλου, παραδίδεται η λατρεία της Αρτέμιδος Ασπαλίδος 55 στη Μελιταία.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι ο ιερός
Ναός (καθολικό) της μονής της Αγίας Τριάδας, που βρίσκεται σε ένα φυσικό πλάτωμα πάνω από το χωριό, απέναντι από την ακρόπολη της Μελιταίας, είναι χτισμένος στο κρηπίδωμα αρχαίου ναού 56, του οποίου οι αναβαθμίδες από καλοπελεκημένους ογκόλιθους διακρίνονται σήμερα καθαρά 57. Από τον αρχαίο ναό σήμερα σώζονται επίσης, κάποια αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, πολλά από τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σε δεύτερη φάση ως οικοδομικό υλικό για το χτίσιμο της χριστιανικής εκκλησίας.
Ως ιδιαίτερα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα από την ευρύτερη περιοχή της Μελιταίας
58 θα πρέπει επίσης να αναφερθούν ένα ακέφαλο άγαλμα κόρης ντυμένης με χιτώνα και ιμάτιο που χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ. 59 καθώς και μία μαρμάρινη κεφαλή αλόγου 60, λίγο μεγαλύτερη σε διαστάσεις από το φυσικό μέγεθος.
Όσον αφορά στη νομισματική παραγωγή, σχεδόν σε όλες τις χάλκινες κοπές που εξέδωσε η Μελιταία μέσα στον 4ο αι. π.Χ. εικονίζεται στον εμπροσθότυπο η δαφνοστεφανωμένη κεφαλή του Διός να κοιτά είτε δεξιά είτε αριστερά, ενώ στο βάθος διακρίνεται κεραυνός. Στον οπισθότυπο υπάρχει το λαλούν σύμβολο της πόλης, η μέλισσα.
Σε κάποιες αργυρές δραχμές που κυκλοφόρησε η πόλη στα μέσα του 4ου αι. π.Χ.,
η γενειοφόρος μορφή στον εμπροσθότυπο θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί στον Ποσειδώνα αντί του Δία, αφού σ’ αυτά τα νομίσματα εκτός του ότι απουσιάζει το σύμβολο του κεραυνού, στην οπίσθια όψη εικονίζεται μέσα σε αβαθές έγκοιλο τετράγωνο, το ιερό ζώο του Ποσειδώνα, ο ταύρος, που βόσκει ενώ συνοδεύεται με την επιγραφή ΜΕΛ ή ΜΕΛΙΤΕ[…].

Βασίλειος Καραχρήστος
Ιστορικός - Msc Αρχαιολόγος Α.Ι.Θ.Σ.

 

Το σύγχρονο χωριό Μελιταία (στη θέση της ομώνυμης αρχαίας πόλης) στους πρόποδες χαμηλού υψώματος (αρχαία ακρόπολη).

Back to content | Back to main menu