Πέλιννα - Arcgaeological Atlas of Thessaly

Search
Go to content

Main menu

Πέλιννα

Ν. ΤΡΙΚΑΛΩΝ > 6.500 π.Χ. - 330 μ.Χ. > Πέλιννα

Πελινναίο - δυτικό σκέλος ακρόπολης

Πελινναίο - προμαχώνας ακρόπολης

Χρυσό περιδέραιο από την Πέλιννα (2ος αι. π.Χ.)

Πελινναίο - χρυσά ενώτια από τάφο

Πόλη της τετράδας  Εστιαιώτιδος 1, που βρισκόταν ανάμεσα στην Τρίκκη και τη Φαρκαδόνα, στην αριστερή όχθη του Πηνειού ποταμού 2 και την οποία σύμφωνα με την παράδοση ίδρυσε ο Πέλιννος, υιός του Οιχαλιέα, που καταγόταν από την πόλη του Ευρύτου, Οιχαλία. Ταυτίζεται με τα ερείπια στο ύψωμα «Παλιογαρδίκι»,  αμέσως βόρεια του χωριού Πετρόπορο Τρικάλων. Νότια της  θέσης διέρχεται ο Ληθαίος ποταμός, ο οποίος στη συμβολή του  με τον Πηνειό  δημιουργούσε μέχρι  τα νεότερα  χρόνια  μία  ελώδη περιοχή, που ονομαζόταν  «Βούλα» .
Η πρωιμότερη κατοίκηση στον χώρο της Πέλιννας ανάγεται τουλάχιστον στην Εποχή του Χαλκού. Από τον προϊστορικό οικισμό που εκτείνεται δίπλα στην  Ε.Ο Λάρισας-Τρικάλων, πρόσφατα ανασκάφθηκαν επιχώσεις με λιγοστά όμως αρχιτεκτονικά λείψανα καθώς και τάφοι της Μεσοελλαδικής και Μυκηναϊκής περιόδου.  Μέχρι τα τέλη του  5ου αι. π.Χ., η Πέλιννα δεν υφίσταται σαν  ανεξάρτητη πόλη, αλλά βρισκόταν  κάτω  από την εξάρτηση  αρχικά της Λάρισας και μετέπειτα της γειτονικής Φαρκαδόνας (στο σημερινό Κλοκωτό). Ωστόσο, μέσα στον 5ο αι. π.Χ.  κόβει τα  πρώτα της νομίσματα, αργυρούς οβολούς και ημιοβόλια. Το 498 π.Χ., ο Πίνδαρος  υμνεί στο δέκατο Πυθιόνικο τη νίκη του Πελινναίου Ιπποκλή στο στάδιο δρόμο. Από τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. η πόλη αποκτά σιγά-σιγά την αυτονομία της,  ενώ στο απόγειο της ακμής της θα φθάσει στα χρόνια της μακεδονικής παρουσίας στη Θεσσαλία - λόγω  της φιλομακεδονικής της στάσης- σε αντίθεση με τις γειτονικές της Τρίκκη και Φαρκαδόνα (354-197 π.Χ.). Τότε εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμη μακεδονική φρουρά, αν όχι και πληθυσμός, ενώ το 335 π.Χ. αναφέρεται ότι από την περιοχή της εισήλθε στη Θεσσαλία ο Μέγας Αλέξανδρος κατά την εκστρατεία του εναντίον  των Θηβών. Την περίοδο του Λαμιακού πολέμου (323/322π.Χ.), αντίθετα με τους υπόλοιπους Θεσσαλούς, παρέμεινε στο πλευρό των Μακεδόνων και σε αυτή ο  Αντίπατρος  περίμενε  τις ενισχύσεις του Κρατερού, όταν οι πολεμικές επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλία. Το 191 π.Χ. και για μικρό χρονικό διάστημα καταλαμβάνεται από τον Αμύνανδρο των Αθαμάνων, σύμμαχο του Αντίοχου Γ΄ της Περγάμου. Σημάδια παρακμής αρχίζουν να εμφανίζονται από το τέλος του 2ου αι. π.Χ., όταν μετατρέπεται σε άσημο πόλισμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στα βυζαντινά χρόνια η πόλη περιορίζεται σημαντικά και περιλαμβάνει μόνο την έκταση της αρχαίας ακρόπολης. Το όνομα Γαρδίκι με το οποίο μας είναι γνωστή ανάγεται στην παλαιοσλαβική λέξη που σημαίνει πολίχνη, κώμη. Ως έδρα επισκοπής αναφέρεται για πρώτη φορά σε Τακτικό, στις αρχές του 11αι., υπαγόμενη στη Μητρόπολη Λάρισας, ενώ για  τελευταία φορά μνημονεύεται στα 1371. Στα τέλη του 12αι. μ.Χ., από επιστολή του Μιχαήλ Χωνιάτη στον επίσκοπο Γαρδικίου, γνωρίζουμε ότι  η  πόλη ήταν γνωστή για τους επιδέξιους καροποιούς της.

Η ακρόπολη της αρχαίας Πέλιννας καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα του βραχώδους υψώματος  «Παλαιογαρδίκι» και από τη βορεινή της πλευρά ορίζεται από ένα βύθισμα (δολίνη), που εκτείνεται λίγο πριν την  κορυφή του υψώματος. Η δολίνη  έχει ελλειψοειδές σχήμα  με διάμετρο 350μ.  και αρκετό  βάθος και  προήλθε από τη σταδιακή αποσάθρωση των ασβεστολιθικών πετρωμάτων. Η περίμετρος του τείχους της ακρόπολης  υπολογίζεται  σε 1.300 μ., αφού θεωρείται  βέβαιη η τείχισή της και από την πλευρά της δολίνης, η οποία αποτελούσε μία πρόσθετη φυσική οχύρωση  γι΄αυτήν.  Η παλαιότερη φάση οικοδόμησης των τειχών της (πολυγωνικό  σύστημα τειχοδομίας) ίσως ανάγεται στον 5ο αι. π.Χ., επισκευές και προσθήκες έγιναν παράλληλα με το κτίσιμο του τείχους της κάτω πόλης (β΄ μισό του 4ου αι.π.Χ. και μετά), ενώ ανακατασκευάστηκε πλήρως στα βυζαντινά χρόνια. Στην ακρόπολη  σώζονται σήμερα ένας ημικυκλικός και δεκαπέντε ορθογώνιοι πύργοι, από τους οποίους άλλοι είναι αρχαίοι, επαναχρησιμοποιημένοι στη βυζαντινή περίοδο και άλλοι αποτελούν αποκλειστικά προσθήκες των χρόνων αυτών. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον προμαχώνα, μήκους 36μ. και πλάτους  4-8μ., που ορθώνεται στο ΒΔ άκρο της  ακρόπολης. Αποτελείται από δύο ορθογώνιους πύργους, τοποθετημένους στα άκρα του, που ενώνονται με ένα μεταπύργιο διάστημα. Οι πύργοι προβάλλονται του εξωτερικού μετώπου του  μεταπυργίου, ενώ στο μέσον του εσωτερικού του μετώπου δημιουργείται σπάσιμο, σχήματος Π, που υποδηλώνει την ύπαρξη δύο αντωπών κλιμάκων ανόδου. Ο προμαχώνας προοριζόταν για την εγκατάσταση βλητικών μηχανών, προστατευόταν δε από προτείχισμα, που υπάρχει σε απόσταση 6μ.  μπροστά από αυτόν. Η πρόσβαση στην ακρόπολη γινόταν από μια πύλη στο νότιο σκέλος του τείχους της και από μία πυλίδα σε επαφή με τη ΒΑ γωνία του προμαχώνα. Το τείχος της πόλης, δομημένο κατά το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα τειχοδομίας, κατέρχεται τις κλιτύς του υψώματος και έκλεινε νότια στην  πεδιάδα, ακολουθώντας πιθανόν ευθεία γραμμή. Η συνολική του περίμετρος πρέπει  να ξεπερνούσε τα 2.500μ. Από τους πύργους που το ενίσχυαν ορατοί σήμερα είναι μόνο δεκαέξι  και όσοι βρίσκονται στο πεδινό τμήμα απέχουν μεταξύ τους 30μ. Από τις πύλες του  τείχους σώζονται μόνο τρεις.   
Στο εσωτερικό της πόλης και ιδιαίτερα στο δυτικό τομέα της είναι ορατά θεμέλια οικοδομημάτων. Μάλιστα με πρόσφατες ανασκαφές αποκαλύφθηκαν τα λείψανα ενός δημόσιου κτιρίου, διαστάσεων 30 Χ 30μ. τουλάχιστον. Εντοπίστηκαν ειδώλια από τον κύκλο του Διονύσου καθώς και αναθηματικό ανάγλυφο που σχετίζεται με  τον Ασκληπιό. Μαρτυρείται επίσης η ύπαρξη ιερών ή λατρείας προς  τιμήν του Δία «Καταιβάτη», της Αθηνάς καθώς και της θεσσαλικής Σίβυλλας Μαντούς, η οποία μάλιστα απεικονίστηκε στον οπισθότυπο χάλκινων κοπών της Πέλιννας του 3ου αι. π.Χ.
Τα νεκροταφεία της πόλης καταλάμβαναν μια μεγάλη έκταση στα νότια  της, πέρα και του σημερινού χωριού Πετρόπορο. Οι ανασκαμμένοι έως σήμερα  τάφοι χρονολογούνται από τα αρχαϊκά έως και τα ελληνιστικά χρόνια και τα κτερίσματά τους μας προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για το πολιτισμικό επίπεδο, τις θρησκευτικές  αντιλήψεις και τις ταφικές πρακτικές των κατοίκων του Πελινναίου. Ανάμεσά τους  ξεχωρίζουν η αρχαϊκή χάλκινη τεφροδόχος υδρία -σήμερα στο Εθνικό  Αρχαιολογικό Μουσείο-, το σύνολο των χρυσών κοσμημάτων του β΄μισού του 2ου αι.π.Χ. -εκτείθονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου- η ορειχάλκινη σφυρήλατη κάλπη σε μορφή πυξίδας (πρώτο μισό 3ου αι. π.Χ.), που αποτελεί έως σήμερα το μοναδικό προδρομικό παράδειγμα σε μέταλλο των ελληνιστικών πήλινων πυξίδων τύπου ΙΙ, καθώς επίσης και τα κτερίσματα σαρκοφάγου, όπου είχε ενταφιαστεί μία οπαδός των βακχικών-ορφικών μυστηρίων (πρώτο μισό 3ου αι. π.Χ.). Συγκεκριμένα, επάνω σε ξύλινο φορείο είχε τοποθετηθεί η σωρός της νεκρής, ενώ τα οστά του νηπίου της μέσα σε χάλκινο κάδο. Τη νεκρή συνόδευαν μία σειρά πήλινων αγγείων, ένα χρυσό στεφάνι, ζεύγος χρυσών σφηκωτήρων και δύο χρυσά φυλλάρια σε σχήμα κισσόφυλλου με χαραγμένο κείμενο από την ορφική γραμματεία και σαφή αναφορά του θεού Διονύσου. Τη μύηση της νεκρής στην απόκρυφη λατρεία των ορφικών-βακχικών ενισχύει και η ύπαρξη επάνω στο κάλυμμα της σαρκοφάγου δύο άωτων σκυφιδίων με αποκομμένο και λειασμένο τμήμα της περιμέτρου του σώματός των, με σκοπό τη δημιουργία στο καθένα από αυτά δύο αντωπών αυγών. Το αυγό αποτελούσε για τους βακχικούς σύμβολο αθανασίας και πηγή ζωής, δανεισμένο από την ορφική κοσμογονία.
Τέλος, μέσα στο χωριό Πετρόπορο ανασκάφθηκε από τον Απ. Αρβανιτόπουλο ένας μονοθάλαμος καμαροσκεπής τάφος με δρόμο,  που καλυπτόταν με  τύμβο. Ο τάφος ανήκει στον τύπο των «μακεδονικών» και πρόκειται για το μοναδικό παράδειγμα που έχουμε από τη δυτική Θεσσαλία. Ο θάλαμός του έχει διαστάσεις 5,70 x 4,50μ. και ο δρόμος του 2,00 x 3,80μ. Το ταφικό μνημείο κατασκευάστηκε από πωρολιθικούς κυβόλιθους και μόνο η κάλυψη του δρόμου του έγινε με ασβεστολιθικούς δοκούς σε  δεύτερη χρήση. Εσωτερικά η τοιχοποιία του καθώς και τα δάπεδα δρόμου και θαλάμου είναι επιχρισμένα με ροδόχρωμο κονίαμα. Ο τάφος βρέθηκε συλημένος, στη  θέση της  υπήρχε μονάχα η λίθινη κυλινδρική θήκη που είχε δεχθεί το τεφροδόχο αγγείο.


Φώτης Ντάσιος
Αρχαιολόγος Α.Ι.Θ.Σ.


Back to content | Back to main menu